mächtig
δυνατός, γερός, ισχυρός, ρωμαλέος
{
strong
}
κτυπητός, καταπληκτικός, εκπληκτικός
{
striking
}
μεγαλειώδης, σπουδαίος, μεγαλοπρεπής,...
{
grand
}
τεράστιος, τερατώδης, θεόρατος,...
{
enormous
}
μέγας, μεγάλος, σπουδαίος
{
great
}
machtig
πλούσιος, ταλαντούχος
{
rich
}
ισχυρός, δυνατός, δραστικός, ικανός
{
potent
}
υψηλός, έξοχος, μέγας
{
high
}
machtigen
εγγυώμαι, εξουσιοδοτώ, δικαιολογώ
{
warrant
}
διαπιστεύομαι, δίδω πίστιν, διαπιστεύω
{
accredit
}
δίδω προνόμιο, παραχωρώ προνόμιο
{
privilege
}
machtig
δυvατός / ισχυρός