Macht (die)
ισχύς, εξουσία, δύναμη, ενέργεια
{
power
}
στερεότητα, δύναμη, ισχύς, ρώμη,...
{
strength
}
κραταιότης, κραταιότητα, ισχύς, δύναμη
{
might
}
δύναμη, δραστικότητα, σεξουαλική...
{
potency
}
machen
προκαλώ, γίνομαι αιτία, προξενώ
{
cause
}
κάμνω, κάνω, πράττω, ποιώ, εκτελώ
{
do
}
κάνω, κατασκευάζω, συνθέτω, καθιστώ,...
{
make
}
macht (de)
ισχύς, εξουσία, δύναμη, ενέργεια
{
power
}
κραταιότης, κραταιότητα, ισχύς, δύναμη
{
might
}
ζόρι, δύναμη, ισχύς, βία
{
force
}
αρπαγή, πιάσιμο
{
grasp
}
χειρολαβή, λαβή, πιάσιμο, γρίππη,...
{
grip
}
αμπάρι, κράτηση, πιάσιμο, κύτος
{
hold
}
κτήση, κυριότητα, κτήματα, πεδίο...
{
domain
}
κυριαρχία, βασιλεία
{
reign
}
αμπίρ, αυτοκρατορία
{
empire
}
χειρ, χέρι, γραφή, δείκτης ωρολόγιου,...
{
hand
}
δύναμη, δραστικότητα, σεξουαλική...
{
potency
}
μόχλευση, δύναμη του μοχλού
{
leverage
}
macht
δύvαμη η / εξoυσία η