machinery
ουσ.
μηχανήματα, μηχανισμός, μηχανικός εξοπλισμός
machinery
(Lex**) μηχανήματα
machinery
Ουσ. οι μηχανές εν γένει, τα μηχανήματα, //
τμήμα μηχανής//
μηχανισμός
Μηχανή
Γενικά Μηχανή ή μηχάνημα ονομάζεται οποιοδήποτε εργαλείο ή μέσον που μπορεί να διευκολύνει την ανθρώπινη εργασία ή που μπορεί να αυξήσει τη δύναμή της. Επίσης οποιαδήποτε συσκευή που χρησιμοποιείται για τη παραγωγή έργου, είτε μεταδίδοντας είτε μετατρέποντας άλλη μορφή ενέργειας (δύναμης) σε παραγωγή έργου. Ακόμη μπορεί να εννοείται και κάθε ευφυής επινόηση. Μεταφορικά σημαίνει ραδιουργία, σκευωρία αλλά και χαρακτηρισμό πλήθους υπηρεσιών π.χ. «Κρατική μηχανή» ή «αμυντικός μηχανισμός».
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...