má
mau
μαυριδερός, σκούρος, σκοτεινός,...
{
dark
}
αηδιαστικός, απειλητικός, άσχημος,...
{
nasty
}
άτακτος, κακός, σκανδαλιάρικος, ζημιάρης
{
mischievous
}
ταλαίπωρος, κακομοίρης, άθλιος, ελεεινός
{
miserable
}
πτωχός, κακομοίρης, φτωχός, ταλαίπωρος
{
poor
}
φαύλος, μοχθηρός, βιτσιόζος, κακός,...
{
vicious
}
ma
αλλά, πλην, μόλις
{
but
}
ma (mamma)
MA (Mittelalter)
Mn (Mangan)
ma (de)
μητέρα, μητήρ, μάνα
{
mother
}
ma