mais
περισσότερο, πιό, παραπάνω, πλέον,...
{
more
}
προτιμότερο, κάλλιο, κάπως, μάλλον
{
rather
}
μακρύτερα, περαιτέρω, μάλλον, ακόμη
{
further
}
mais (m)
σπείρι, σιτάρι, σιτηρά, κάλος,...
{
corn
}
αραβόσιτος, αραποσίτι
{
maize
}
Mais (der)
σπείρι, σιτάρι, σιτηρά, κάλος,...
{
corn
}
αραβόσιτος, αραποσίτι
{
maize
}
maïs (de)
αραβόσιτος, αραποσίτι
{
maize
}
σπείρι, σιτάρι, σιτηρά, κάλος,...
{
corn
}
mais
αλλά, πλην, μόλις
{
but
}
maïs (m)
αραβόσιτος, αραποσίτι
{
maize
}
σπείρι, σιτάρι, σιτηρά, κάλος,...
{
corn
}
mai (m)