mal
απλώς, κυριολεκτικά, μόλις, μόνο και...
{
just
}
ολιγώς, ολίγο, λίγο
{
little
}
εσφαλμένος, άδικος
{
wrong
}
mal (m)
ερυσίβη [βοτ.], ασθένεια των φυτών,...
{
blight
}
βλάβη, ζημιά, πλήγμα
{
hurt
}
πάθηση, ασθένεια, αρρώστια
{
malady
}
ασθένεια, αρρώστια, αδιαθεσία
{
sickness
}
αδίκημα, λανθασμένος, άδικο, κακό
{
wrong
}
mal
στραβά, απρεπώς, εσφαλμένα
{
amiss
}
πρόθεμα σημαίνοντας κακ, κακο
{
mis
}
mal (m)
αδίκημα, λανθασμένος, άδικο, κακό
{
wrong
}
ανησυχία, ταλαιπωρία, φασαρία, πάθηση,...
{
trouble
}
βλάβη, ζημιά, τραυματισμός
{
damage
}
ασθένεια, αρρώστεια, νόσημα, νόσος,...
{
illness
}
πάθηση, ασθένεια, αρρώστια
{
malady
}
mal
Mal (das)
καιρός, φορά, ώρα, χρόνος, εποχή
{
time
}
βαφή, λεκές, μουντζούρα, κηλίς, κηλίδα
{
stain
}
κηλίδα, μόλυσμα
{
taint
}
mal
άπαξ, μια φορά, άλλοτε, κάποτε
{
once
}
malen
χρωματίζω, ζωγραφίζω, βάφω
{
paint
}
ζωγραφίζω, σύρω, τραβώ, ελκύω, σχεδιάζω
{
draw
}
ζωγραφίζω, περιγράφω, απεικονίζω,...
{
depict
}
mal
ανόητος, άμυαλος, μωρός
{
foolish
}
mal (de)
μοντέλο, υπόδειγμα
{
model
}
φύλλο διατρητό με γράμματα ή σχήματα...
{
stencil
}
υποστήριγμα δόκου, περίγραμμα
{
template
}
mallen
τυπώνω με τοιούτον φύλλον, πολυγραφώ,...
{
stencil
}