lutte (f)
πάλη, σύγκρουση, αντίθεση, αντίκρουση,...
{
conflict
}
συναγωνισμός, αγώνας, αγώνισμα,...
{
contest
}
μάχη, πάλη, πόλεμος, αγώνας, προάσπιση,...
{
fight
}
πόλεμος, πολεμικές επιχειρήσεις
{
warfare
}
αγώνας, διαμάχη, ισχυρισμός, καυγάς,...
{
contention
}
συμπλοκή, αγών, πάλη
{
tussle
}
lutter
παλεύω, μάχομαι, πολεμώ, καταπολεμώ
{
fight
}
αγωνίζομαι, αμφισβητώ, διεκδικώ, παλεύω
{
contest
}
αγωνίζομαι, πασχίζω, προσπαθώ
{
strive
}
παλαίω, αντιμετωπίζω
{
cope
}
la lutte
αγώνας (ο)
lutter
αγωνίζομαι, παλεύω