lodging
ουσ.
οίκημα, κατάλυμα
lodge
ρήμ.
καταλύω, διαμένω, τοποθετώ, κατοικώ
lodging
(Lex**) κατοικία
logde
μικρό σπιτάκι, οικίσκος//
είδος κιοσκιού, "περίπτερο"//
κτίσμα σε είσοδο έπαυλης (πολυκατοικίας, εργοστασίου κτλ)//
κάτοικία Ερυθρόδερμου//
φωλιά (διάφορων υδρόβιων ζώων), λότζι//
παρέχω στέγη//
φιλοξενούμαι (συν. επι πληρωμή), //
καρφώνομαι, "φυτεύω" (για σφαίρα κτλ)//
υποβάλλω (πχ. μήνυση)