line
ρήμ.
καλύπτω εσωτερικώς, φοδράρω, χαρακώνω, γράφω γραμμές
ουσ.
αράδα, γραμμή, σειρά, στίχος, είδος, σχοινί, σπάγγος
Line
(comp). Γραμμή
line
(Lex**) γραμμή
line (railway)
(Lex*) γραμμή (σιδηρόδρομος)
line
Ουσ. γραμμή, //
λεπτό νήμα, κλωστή//
στίχος, γραμμή, αράδα//
τηλεφωνική γραμμή//
πετονιά , καθετή//
στοίχιση στη σειρά, παράταξη στη σειρά//
αμυντική γραμμή, μέτωπο//
μέθοδος, "γραμμή"//
σειρά διαδοχής, καταγωγή//
γραμμή τρένου//
σύντομο γράμμα, μικρή επιστολή//
επάγγελμα, ειδικότητα//
όριο δράσης , (πχ, πλάγια γραμμή ποδοσφαίρου)//
σειρά προϊόντος, "μοντέλο", "σειρά"
Ρημ. σημειώνω με γραμμή, τραβώ γραμμές//
πλαισιώνω//
συντάσσομαι, μπαίνω στη γραμμή//
στοιχίζω , ευθυγραμμίζω
line
γραμμή, τηλεφωνική γραμμή, σχηματίζω γραμμή, ρυτίδα, ρυτιδώνω, χαρακώνω
line
line γραμμή