light
ρήμ.
φωτίζω, ανάπτω, καταβαίνω
επίθ.
ανάλαφρος, ανοικτός, ελαφρός, φωτεινός
ουσ.
σέλας, φως, φανός, φωτιά
light
(Lex**) φως
light (from/off/on/upon/at)
(Lex*) φως (***from/off/on/upon/at)
light
Ουσ. φώς, //
λάμψη, φωτισμός// φωτιά//
κατανόηση, επεξήγηση,(δια)φωτισμός//
ηλεκτρικό φως//
γνώσεις, "φώτα"
Ρημ. φωτίζω//
παίρνω φωτιά, ανάβωΕπίθ. ελαφρύς, λάιτ//
με μικρότερο βάρος του συνηθισμένου//
απαλός, ελαφρός//
ξεκούραστος, //
ευκολοχώνευτος, "ελαφρός"//
ήπιος, όχι σφοδρός //
λιτός//
χωρίς βάρος
light
ανάβω, απαλός, ελαφρύς, φως, φωτεινός, φωτίζω, αναπτήρας
light
φωτεινός, ανάβω, φώς, φως, ξανθός, φωτίζω, ελαφρύς