lie
ρήμ.
ψεύδομαι, εξαπλώνομαι, ευρίσκομαι, στρώνω, ξαπλώνω
ουσ.
μούσι ειρωνικά, ψεύδος, ψέμα
lie
(Lex). ψεύδομαι, είμαι ξαπλωμένος, κείμαι
lie (a falsehood)
(Lex*) (μια αναλήθεια)
lie (be in a lying position)
(Lex*) (να είστε σε θέση)
lie (in prison)
(Lex*) (στη φυλακή)
lie (speak untruthfully)
(Lex*) (μιλήστε ***untruthfully)
lie (tell untruths)
(Lex*) (πέστε τα ψεύδους)
lie (with)
(Lex*) (με)
lie
Ουσ. ψέμα, ψεύδο
Ρημ. διαψεύδω, //
ψεύδομαι//
εξαπατώ,Ουσ. διαμόρφωση εδάφους, τρόπος τοποθέτησης//
κατάσταση (πραγμάτων) μτφ.
Ρημ. στρώνω//
πλαγιάζω, ξαπνώνω, //
βρίσκομαι, εκτείνομαι
lie
κείμαι, απλώνομαι, ξαπλώνω, ψέμα, ψεύδομαι
lier
ενώνω