liberal
επίθ.
ανοικτοχέρης, ελευθέριος, φιλελεύθερος, μπόλικος, γεναιόδωρος
liberal
(Lex**) φιλελεύθερος
liberal ( minded)
(Lex*) φιλελεύθερος (απασχολημένος)
liberal (translation)
(Lex*) φιλελεύθερος (μετάφραση)
liberal
Επίθ. αδογμάτιστος,//
φιλελεύθερος, κάποιος που υποστηρίζει τον φιλελευθερισμο,
liberal
φιλελεύθερος
Φιλελευθερισμός
Φιλελευθερισμός είναι ένα σύνολο ιδεών ή ένα φιλοσοφικό ρεύμα που θέτει ως κύριο στόχο τη θρησκευτική, πολιτική ή οικονομική ελευθερία του ατόμου. Ο όρος όμως χρησιμοποιείται για διάφορες ιδεολογίες, οι οποίες δε συνδέονται απαραίτητα μεταξύ τους.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...