Leiden (das)
ασθένεια, αρρώστια, αδιαθεσία
{
sickness
}
ασθένεια, αδιαθεσία, αρρώστια
{
ailment
}
ταλαιπωρία, βάσανα, πάθη, δεινά
{
suffering
}
ανησυχία, ταλαιπωρία, φασαρία, πάθηση,...
{
trouble
}
βάσανος, βασανιστήριο, βάσανο
{
torment
}
leiden
υποφέρω, πάσχω, δεινοπαθώ
{
suffer
}
ανέχομαι, αντέχω, φέρω, υποφέρω,...
{
bear
}
αντέχω, διαρκώ, υποφέρω, υπομένω
{
endure
}
Leid (der)
ταλαιπωρία, βάσανα, πάθη, δεινά
{
suffering
}
λύπη, θλίψη, μελαγχολία
{
sadness
}
βλάβη, πληγή, ζημιά, κάκωση
{
injury
}
βλάβη, ζημιά, πλήγμα
{
hurt
}
leiden
καθοδηγώ, άγω, διευθύνω, οδηγώ, φέρω,...
{
conduct
}
προΐσταμαι, ελέγχω, διευθύνω,...
{
manage
}
διευθύνω, απευθύνω, κατευθύνω, δείχνω
{
direct
}
οδηγώ, καθοδηγώ, κατευθύνω
{
guide
}
ηγούμαι, είμαι επικεφαλής, είμαι επί...
{
head
}
κάνω εγχείρηση, εργάζομαι, χειρίζομαι,...
{
operate
}
δείχνω, εμφανίζω, δεικνύω, φαίνομαι
{
show
}
φυλάσσω, φυλάττω, περιποιούμαι, ρέπω,...
{
tend
}
Leyde
leiden
σέρvω, έσυρα / oδηγώ, oδήγησα