leger
τυχαίος, αφρόντιστος, ανέμελος
{
casual
}
leger (het)
στράτευμα, στρατός, στρατία, πλήθος
{
army
}
οικοδεσπότης, όστια, πλήθος, όστια...
{
Host
}
κρεββάτι, κρεβάτι, κλίνη, κοίτη, βυθός,...
{
bed
}
μούσι ειρωνικά, ψεύδος, ψέμα
{
lie
}
εντευκτήριο, στέκι
{
haunt
}
καλύβη κυλού, κοίτη σκύλου, σπιτάκι...
{
kennel
}
κατάλυμα, οίκημα, σκήνωμα
{
lodge
}
οικία, οίκος, κατοικία, σπίτι
{
home
}
leeg
αδειανός, ξενοίκιαστος
{
empty
}
κενός, αδειανός, ξενοίκιαστος
{
vacant
}
αδειανός, κενός, άκυρος
{
void
}
αναπασχόλητος, αργόσχολος, αδειανός,...
{
unoccupied
}
άχρηστος, έρημος, σπάταλος, χέρσος
{
waste
}
αχυρένιος, τιποτένιος
{
chaffy
}
σπερμολόγος, κουτσομπόλικος
{
gossipy
}
legeren
κατασκηνώνω, στρατοπεδεύω
{
camp
}
μιγνύω, κατασκευάζω κράμα
{
alloy
}
léger
ανάλαφρος, ανοικτός, ελαφρός, φωτεινός
{
light
}
μαλακός, ήπιος, μειλίχιος, πράος,...
{
mild
}
αδύνατος, ισχνός, λιγνός, λεπτός, αραιός
{
thin
}
αδύνατος, αδύναμος
{
weak
}
ανεπαρκής, ανεπαρκώς, γλίσχρος,...
{
scanty
}
μικρούτσικος, μικρός, μικροπρεπής
{
small
}
ήρεμος, πράος, ήσυχος
{
quiet
}
απερίσκεπτος, απρόσεκτος, επιπόλαιος,...
{
thoughtless
}
leger
ελαφρύς
léger
ελαφρύς
leger
στρατός o