leasing

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
lease
ρήμ. ενοικιάζω


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
leasing
(Lex**) μίσθωση


My English - GreekDownload this dictionary
leasing
Ουσ. μίσθωση, νοίκιασμα
 
lease
Ουσ. μίσθωση, //
περίοδος μίσθωσης//
μισθωτήριο
Ρημ. νοικιάζω, εκμισθώνω

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Χρηματοδοτική μίσθωση
H χρηματοδοτική μίσθωση (Αγγλικα: leasing) είναι μια σύγχρονη μέθοδος μεσομακροπρόθεσμης χρηματοδότησης επιχειρήσεων και επαγγελματικών για την απόκτηση παγίων στοιχείων, δηλαδή εξοπλισμού και ακινήτων για επαγγελματική χρήση. Με αυτήν ο μισθωτής μισθώνει από μια εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης πράγμα κινητό ή ακίνητο για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και στο τέλος της περιόδου αυτής μπορεί με μονομερή του δήλωση να το αγοράσει σε προσυμφωνημένο τίμημα (δικαίωμα προαίρεσης, option). Το μίσθωμα είναι έτσι υπολογισμένο, ώστε στο διάστημα της μίσθωσης να καλυφθούν τα έξοδα αγοράς και το κέρδος της εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define leasing

Translate leasing





leasing in Chinese | | leasing in English | leasing in French | leasing in Italian | leasing in Spanish | leasing in Dutch | leasing in Portuguese | leasing in German | leasing in Russian | leasing in Japanese | leasing in Korean | leasing in Turkish | leasing in Hebrew | leasing in Arabic | leasing in Croatian | leasing in Swedish