lead
ουσ.
βολίδα, μόλυβδος, μολύβι, πρωτιά
ρήμ.
οδηγώ, ηγούμαι
Lead
Geology μόλυβδος
lead
(Lex**) μόλυβδος
lead (astray)
(Lex*) μόλυβδος (παραστρατημένος)
lead (metal)
(Lex*) μόλυβδος (μέταλλο)
lead (off into a place)
(Lex*) μόλυβδος (από σε μια θέση)
lead
Ουσ. μόλυβδος, μολύβι, γραφίτης//
βαρίδια, βλήματα, σφαίρες
Ρημ.βάζω μόλυβια σε δίκτυα,//
επιμολυβδώνω
Επίθ. μολύβδινος.Ρημ. οδηγώ, καθοδηγώ, //
προηγούμαι , είμαι αρχηγός, υπερτερώ, διευθύνω //
χειραγωγώ, ποδηγετώ//
ζώ
Ουσ. αρχηγία, πρωτιά, πρωτοπορία //
ένδειξη, παράδειγμα
lead
οδηγώ, ηγούμαι, διευθύνω, ζω, κάνω
πρωτοπορία, καθοδήγηση, παράδειγμα, μόλυβδος
lead
lead μόλυβδος