lay
ουσ.
άσμα, μπαλάντα
ρήμ.
τοποθετώ, θέτω, γεννώ, καθιστώ
επίθ.
κοσμικός, λαϊκός
lay
(Lex). ουσ. διαμόρφωση, διάταξη, τοποθετώ χάμω, ξαπλώνω, κοσμικός, στρώνω
lay
Ρημ. βάζω, τοποθετώ, ακουμπώ, επιθέτω,//
ρίχνω κάτω , ξαπλώνω//
γεννώ (αυγό), ωοτοκώ//
φθιάχνω (φωτια)//
βάζω στοίχημα//
στήνω, καταστρώνω//
πηδάω, γαμώ (αργκό)
Ουσ. διαμόρφωση//
ωοτοκία//
τρόπος , σχέδιο//
γκόμενος/α (αργκό)//
στοίχημαΟυσ. συντομο περιγραφικό ποίημα
lie
Ουσ. ψέμα, ψεύδο
Ρημ. διαψεύδω, //
ψεύδομαι//
εξαπατώ,Ουσ. διαμόρφωση εδάφους, τρόπος τοποθέτησης//
κατάσταση (πραγμάτων) μτφ.
Ρημ. στρώνω//
πλαγιάζω, ξαπνώνω, //
βρίσκομαι, εκτείνομαι
lay
κείμαι, στρώνω, ξαπλώνω
lay
lay ίχνος κατεργασίας