lawaai (het)
βοή, σαματάς, τύρβη, θόρυβος, κρότος
{
noise
}
θόρυβος, οχλαγωγία, σάλος
{
tumult
}
ταραχή, θόρυβος, πανδαιμόνιο, οχλαγωγία
{
uproar
}
θόρυβος, κρότος, φασαρία
{
din
}
θόρυβος, εκβιαστική ενέργεια, εκβιαστική...
{
racket
}
ουρλιάζω, κραυγάζω, φωνάζω
{
clamour
}
κραυγή, οχλοβοή, βοή
{
clamor
}
φυγή, ήττα, κατατρόπωση, οχλαγωγία
{
rout
}
ζωηρά ιδιόρρυθμος μουσική, τζαζ
{
jazz
}
παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι, συμβαίνω
{
turn up
}
lawaai
θόρυβoς o
φασαρία η
σαματάς ο
-
πως να μελετήσω με όλον αυτό το σαματά γύρω μου;
hoe kan ik nu lesgeven met al dat rumoer rond mij?