lästig
φορτικός, δυσμετακίνητος, δυσκίνητος
{
cumbersome
}
lastig
κουραστικός, δύσκολος
{
trying
}
φορτικός, δυσμετακίνητος, δυσκίνητος
{
cumbersome
}
αηδιαστικός, απειλητικός, άσχημος,...
{
nasty
}
ενοχλητικός, οχληρός
{
pesky
}
σκληρός, ανθεκτικός, ζόρικος,...
{
tough
}
αδέξιος, άτεχνος, σκαιός
{
awkward
}
ευπαθής, ευκολώς γαργαλιζόμενος, λεπτός
{
ticklish
}
δυσευχαρίστητος, μικρολόγος, ιδιότροπος,...
{
fastidious
}
ακανθώδης, αγκαθωτός
{
spiny
}
lastig
lastig / moeilijk
δύσκoλoς
-
lastig / ongelegen
άβoλoς