Ουσ. λέιζερ, είδος ακτινοβολίας ή η συσκευή εκπομπής της
Ο όρος λέιζερ προέρχεται από το αγγλικό ακρωνύμιο Laser: Light Amplification by Stimulated Emission of Radiation) που αποδίδεται στα
ελληνικά ως ενίσχυση φωτός με εξαναγκασμένη εκπομπή ακτινοβολίας. Τα λέιζερ παράγουν σύμφωνο, μονοχρωματικό
φως (δηλαδή
φως με συγκεκριμένο
μήκος κύματος-χρώμα) το οποίο διαδίδεται σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, σχηματίζοντας στενές δέσμες. Αντίθετα οι συνηθισμένες πηγές φωτός, όπως οι
λαμπτήρες πυρακτώσεως, παράγουν μη-σύμφωνο φως προς όλες τις διευθύνσεις και επιπλέον έχουν μεγάλο φασματικό εύρος.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...