landen
αφιππεύω, προσγειώνομαι,...
{
alight
}
ξεμπαρκάρω, αποβιβάζω, αποβιβάζομαι
{
land
}
αποβιβάζω, αποβιβάζομαι, ξεμπαρκάρω
{
disembark
}
landen
ξεμπαρκάρω, αποβιβάζω, αποβιβάζομαι
{
land
}
αποβιβάζω, αποβιβάζομαι, ξεμπαρκάρω
{
disembark
}
αλέθω, τρίβω, τρίζω, ακονίζω
{
grind
}
υποστηρίζω, στηρίζω
{
shore
}
landen (mv)
land (het)
πατρίδα, πατρίς, ύπαιθρος, χώρα, εξοχή
{
country
}
έδαφος, χώμα, ακαθαρσία, λέρα
{
soil
}
οικία, οίκος, κατοικία, σπίτι
{
home
}
landen
landen (van vliegtuig)
πρoσγειώvoμαι, πρoσγειώθηκα