land
ουσ.
γη, ξήρα, χώρα
ρήμ.
ξεμπαρκάρω, αποβιβάζω, αποβιβάζομαι
επίθ.
χερσαίος
land
(Lex). αποβιβάζομαι, αποβιβάζω, γη, έδαφος, κτήμα, ξηρά, στεριά, προσγειώνομαι, προσγειώνω, χώρα
land
Ουσ. γη , στεριά, ξηρά//
χώρα , πατρίδα,//
έδαφος, // αγροτική περιοχή//
περιουσία αναφερόμενη σε κτήματα, έγγειος περιουσία, κτήματα,
Ρημ. αποβιβάζομαι, πατώ στο έδαφος//
αποβιβάζομαι (στρατιωτικά)//
προσγειώνομαι, προσεδαφίζομαι ή προσεδαφίζω
land
αποβιβάζομαι, αποβιβάζω, γη, έδαφος, κτήμα, ξηρά, στεριά, προσγειώνομαι, προσγειώνω, χώρα
land
land ελεύθερη επιφάνεια