Laken (das)
οθόνη, σινδών, φύλλο χαρτού, σεντόνι,...
{
sheet
}
Lake (die)
σαλαμούρα, τροφή διατηρουμένη εντός...
{
souse
}
άλμη, σαλαμούρα
{
brine
}
laken
κατακρίνω, κατηγορώ
{
blame
}
κατηγορώ, μέμφομαι, κατακρίνω
{
reproach
}
επιπλήττω, μέμφομαι, κατακρίνω
{
reprove
}
laken (het)
ρούχο, ύφασμα, πανί
{
cloth
}
οθόνη, σινδών, φύλλο χαρτού, σεντόνι,...
{
sheet
}
ύφασμα με πτυχές, κουρτίνα
{
drapery
}
lake
είδος βερνικίου, βερνίκι
{
lacquer
}
laken
σεvτόvι τo