laatst
προσφάτως, εσχάτως, πρόσφατα
{
lately
}
τελικός, ύστατος, τελευταίος
{
last
}
καθυστερημένος, αργός, βραδύνων,...
{
late
}
τελευταίος, νεώτατος
{
latest
}
έσχατος, ύψιστος, άκρος
{
utmost
}
τελευταίος, τελικός, τελεσίδικος,...
{
final
}
έσχατος, άκρος, ακραίος, άκρο
{
extreme
}
laat
καθυστερημένος, αργός, βραδύνων,...
{
late
}
βραδύς, βραδυκίνητος
{
tardy
}
laatst
στερvός
-
laatst (bijwoord)
τελευταία / πρoχθές
-
laatst geborene de
στερvoπoύλι τo / στερvoπαίδι τo