laat
καθυστερημένος, αργός, βραδύνων,...
{
late
}
βραδύς, βραδυκίνητος
{
tardy
}
laten
αφήνω, φεύγω, φύγω, αναχωρώ
{
leave
}
αφήνω, επιτρέπω, αφίνω, ενοικιάζω
{
let
}
κάνω, κατασκευάζω, συνθέτω, καθιστώ,...
{
make
}
προκαλώ, γίνομαι αιτία, προξενώ
{
cause
}
εγκαταλείπω, παραιτώ, παραιτούμαι,...
{
give up
}
laat
αργά
-
te laat komen, te laat zijn
αργώ, άργησα
-
iemand die te laat komt
αργoπoρημέvoς