keep
ουσ.
διατήρηση, συντήρηση, φαί
ρήμ.
διατηρώ, συντηρούμαι, κρατώ, φυλάσσω, συντηρώ, μένω, γιορτάζω
keep
(Lex**) κρατήστε
keep (Christmas)
(Lex*) κρατήστε (Χριστούγεννα)
keep (from)
(Lex*) κρατήστε (από)
keep (oneself)
(Lex*) κρατήστε (οι ίδιοι)
keep (to)
(Lex*) κρατήστε ***(to)
keep
Ρημ. κρατώ , διατηρώ, φυλάω, συντηρώ //
προστατεύω, φρουρώ//
παραμένω, συνεχίζω
Ουσ. έξοδα συντήρησης, διατροφή//
συντήρηση//
ακρόπυργιο, καταφύγιο//
φύλακας
keep
διατηρώ, φυλάσσω, κρατώ, συνεχίζω, συντηρώ
keep
κρατώ, κατακρατώ