Kat (der)
Katalysator (der)
kat (de)
kat
δίπλωμα, στάνη, μάνδρα, πτυχή, σούρα
{
fold
}
δίπλωμα, στάνη, μάνδρα, πτυχή, σούρα
{
fold
}
επίπεδο, στρώμα, βλαστός ριζούμενος,...
{
layer
}
καπλαμάς, κόντρα πλακέ, πτυχή, φύλλο
{
ply
}
επένδυση, στρώμα χρώματος
{
coating
}
διήγημα, ιστορία, παραμύθι, πάτωμα
{
story
}
διαμέρισμα δωμάτιων, πεδιάς, ύφεση,...
{
flat
}
πάτωμα, δάπεδο, όροφος
{
floor
}
κατάστρωμα, όροφος λεωφορείου
{
deck
}
επικάλυμμα, παλτό, πανωφόρι, σακάκι,...
{
coat
}
άλωση, πέσιμο, πτώση, φθινόπωρο
{
fall
}
ποδιά, γόνατα, κόλπος, αγκαλιά
{
lap
}
σκαλοπάτι, σκαλί, βαθμίς, βαθμίδα
{
stair
}
katmak
προσθέτω, αθροίζω
{
add
}
ενώνω, συνδέω, συνάπτω, σμίγω,...
{
join
}
σμίγω, μιγνύω, ανακατεύω, ανακατώνω,...
{
mix
}
γειτονεύω, συνέχομαι, συνορεύω,...
{
adjoin
}
υιοθετώ, εισδέχομαι μέλη, σχετίζω
{
affiliate
}
συμμαχώ, συνδέω, συνδέομαι
{
ally
}
περιέχω, συμπεριλαμβάνω, περιλαμβάνω,...
{
include
}
γεμίζω, φορτίζω, φορτώνω
{
load
}
αναμιγνύω, ανακατώνω, σμίγω,...
{
mingle
}
καρφώνω, αλλάσσω διεύθυνση, αλλάσσω...
{
tack
}
χρωματίζω ελαφρώς
{
tinge
}
kat
γάτα η
γατί τo
γάτoς o
poes
γάτα η