KAS (Koordinadora Abertzales Sozialista)
kas (de)
κόγχη ματιού, πρίζα, υποδοχή, κοίλωμα...
{
socket
}
απόθεμα, κεφάλαιο
{
fund
}
ka (de)
προκυμαία, αποβάθρα
{
quay
}
προκυμαία, εδώλιο δικαστήριου, λιμάνι
{
dock
}
kas
μυς του σώματος, μυώνας, μυς, κογχύλιο
{
muscle
}
μυϊκή ρώμη, μυς, δύναμη
{
brawn
}
kaş
οφρύς, μέτωπο, άκρο
{
brow
}
kasmak
συστέλλω, συστέλλομαι, κάνω συμβόλαι,...
{
contract
}
κάμπτω, κάμπτομαι
{
flex
}
εντείνω, υπερεντείνω, τεντώνω,...
{
strain
}
σφίγγω, συσφίγγω, ασκώ πίεση
{
clamp
}
kas
ταμείo τo