kar (de)
μεταφέρω διά κάρου, χειράμαξα, κάρο,...
{
cart
}
αυτοκίνητο, άμαξα, βαγόνι
{
car
}
kar
kâr
απολαβή, όφελος, ωφέλεια, κέρδος
{
profit
}
όφελος, ευεργέτημα, πλεονέκτημα, κέρδος,...
{
benefit
}
κεφάλαιο, κεφάλαιο γράμμα, μητρόπολη,...
{
capital
}
παγίδα, σύλληψη
{
catch
}
φρούτο, καρπός, οπωρικό
{
fruit
}
απόδοση, αποτέλεσμα
{
return
}
kar
κάρo τo