Kans. (Kansas)
kans (de)
τύχη, σύμπτωση, ευκαιρία, πιθανότητα
{
chance
}
θέα, προοπτική, προσδοκία, άποψη
{
prospect
}
τύχη, μοίρα, περιουσία, πλούτη, καλή...
{
fortune
}
κίνδυνος, ριψοκινδύνευση
{
risk
}
kan (de)
μεταλλικό δοχείο, κονσέρβα,...
{
can
}
υδρία, στάμνα, φυλακή, κανάτα, φρέσκο
{
jug
}
κανάτι, ρίπτων, στάμνα, κανάτα
{
pitcher
}
kans
περίπτωση η
πιθαvότητα η
ευκαιρία η