juge (m)
γνώμη, γνώστης, ειδήμονας, δικαστής,...
{
judge
}
juger
θεωρώ, κρίνω, δικάζω
{
judge
}
προσπαθώ, δικάζω, εκδικάζω, δοκιμάζω
{
try
}
εκτιμώ, διατιμώ διά φορολογίαν
{
assess
}
κρίνω ως διαιτητής, διαιτητεύω, δικάζω...
{
arbitrate
}
αποφασίζω, καθορίζω, κρίνω, αποφαίνομαι
{
decide
}
θεσπίζω, διατάσσω, εκδίδω διάταγμα
{
decree
}
χαρακώνω, κυβερνώ, διέπω
{
rule
}
juger
δικάζω
un juge
δικαστής (ο)