join
ρήμ.
ενώνω, συνδέω, συνάπτω, σμίγω, συναρμόζω, προσχωρώ, λαμβάνω μέρος
ουσ.
ένωση
Join
(Math). ένωση
join
(Lex**) ενώστε
join (in the battle)
(Lex*) ενώστε (στη μάχη)
join (in)
(Lex*) ενώστε ***(in)
join (with)
(Lex*) ενώστε (με)
join
Ρημ. συνδέω, ενώνω, συνάπτω//
προσθέτω, προσχωρώ, γίνομαι μέλος, προκολλώμαι//
συναντώ/ιεμαι
Ουσ. ένωση, σύνδεση,//
σημείο σύνδεσης - ένωσης
join
γίνομαι μέλος παρέας, ενώνομαι, ενώνω, συνδέομαι, συνδέω
ένωση, σημείο συνάντησης, συμβολή