jas (de)
επικάλυμμα, παλτό, πανωφόρι, σακάκι,...
{
coat
}
κατεργάρης, απατεών, παλιάνθρωπος,...
{
knave
}
εργάτης, βαλές, γρύλος αυτοκίνιτου,...
{
Jack
}
jassen
jas (m)
στέλεχος, κορμός, γένος, ζώα, ζωμός,...
{
stock
}
jas
παλτό τo
καμπαρτίvα η
ζακέτα η
ja
vαι
μάλιστα