jamming
ουσ.
σφήνωμα
jam
ρήμ.
πιέζω, σφηνώνω, συνωστίζω, συνωστίζομαι, παθαίνω εμπλοκή, πιάνομαι, συνθλιθώ, παρεμβάλλω παράσιτα
jamming
(Lex**) μπλοκάρισμα
jamming
μπλοκάρισμα.
jam
Ουσ. πολτός , μαρμελάδα//
αυτοσχεδιασμός σε τζάζ//
δυσχέρεια//
ζούληγμα , σφίξιμο//
πλήθος, συρροή , συνωστισμός
Ρημ. ζουλώ, συνθλίβω, συμπιέζω , σφίγγω , στριμώχνω, σφηνώνω , φρακάρω