jagen
κυνηγώ, διώκω, τρέχω από πίσω,...
{
chase
}
κινώ, προωθώ, άγω, οδηγώ, αμαξοπορώ,...
{
drive
}
επιδιώκω, καταδιώκω, ακολουθώ
{
pursue
}
πυροβολώ, εξακοντίζω, εξακοντίζομαι,...
{
shoot
}
κυνηγώ με σκύλους
{
hound
}
θέτω εντός σακούλας, σακουλιάζω
{
bag
}
jagen
επιδιώκω, καταδιώκω, ακολουθώ
{
pursue
}
jagen