issue
ρήμ.
εκδίδω, εκπέμπω, απορρέω, εξέρχομαι, επακολουθώ
ουσ.
έκδοση, έξοδος, έκβαση, τεύχος, γένος, ζήτημα
issue
(Lex**) ζήτημα
issue (from)
(Lex*) ζήτημα (από)
issue (in)
(Lex*) ζήτημα ***(in)
issue
Ουσ. έκδοση, δημοσίευση, δημοσιοποίηση//
ροή, //
έξοδος , διέξοδος//
αριθμός τεύχους, τεύχος //
εκβολή (ποταμού)//
θέμα (συζήτησης), ζήτημα//
έκδοση (νομίσματος κτλ)//
έκβαση, αποτέλεσμα//
μερίδαΡημ. εκρέω, εξέρχομαι//
εκδίδω, δημοσιεύω, δημοσιοποιώ, "κυκλοφορώ", //
εκβάλλω//
μοιράζω
issue
εκδίδω,
τεύχος, θέμα, έκδοση
une issue
έκβαση (η)