ion

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
ion
ουσ. ιόν


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
ion
(Lex**) ιόν


My English - GreekDownload this dictionary
ion
Ουσ. ιον , ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο (χημ. φυσ.)

English Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
ion
ion ιόν

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Ιόν
Ως ιόν (πληθυντικός ιόντα) ονομάζεται το άτομο ή σύνολο ατόμων που φέρουν ηλεκτρικό φορτίο.Όταν άτομα ή χημικές ρίζες αποκτήσουν ηλεκτρόνια τότε σχηματίζουν ιόντα με αρνητικά ηλεκτρικά φορτία. Αυτού του τύπου τα ιόντα ονομάζονται ανιόντα. Αντίθετα όταν τα παραπάνω άτομα ή ρίζες χάνουν ηλεκτρόνια τότε μετατρέπονται σε κατιόντα, δηλαδή με θετικό ηλεκτρικό φορτίο.Πολλές χημικές ενώσεις αποτελούνται από ιόντα αντίθετου φορτίου που συγκρατούνται με ετεροπολικούς ή ιοντικούς δεσμούς.Γενικά ο σχηματισμός ιόντων καλείται ιονισμός ή χημική διάσταση και εμφανίζεται όταν (ορισμένες) ενώσεις διαλύονται ή λιώνουν.Το χημικό σθένος των ιόντων εξαρτάται από το ηλεκτρικό φορτίο τους.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define ion

Translate ion





ion in Chinese | | ion in English | ion in French | ion in Italian | ion in Spanish | ion in Dutch | ion in Portuguese | ion in German | ion in Russian | ion in Japanese | ion in Korean | ion in Turkish | ion in Hebrew | ion in Arabic | ion in Croatian | ion in Serbian | ion in Swedish