interest
ρήμ.
ενδιαφέρω
ουσ.
ενδιαφέρο, συμφέρο, τόκος
interest
(Lex). ενδιαφέρον, τόκος, επιτόκιο
interest (in)
(Lex*) ενδιαφέρον ***(in)
interest (with)
(Lex*) ενδιαφέρον (με)
interest
Ουσ. ενδιαφέρον//
συμφέρον//
τόκος,//
επιρροή, ισχύς, δύναμη//
ομάδα κοινών συμφερόντωνΡημ. προκαλώ το ενδιαφέρον, τραβώ την προσοχή
πχ:
While the materialist is mainly interested in goods, the Buddhist is mainly interested in liberation.
interest
τόκος, ενδιαφέρον, επιτόκιο, ενδιαφέρω
interest
τόκος, ενδιαφέρον, επιτόκιο