indruk (de)
γραμματόσημο, ένσημο, στάμπα, σφραγίδα,...
{
stamp
}
indrukken
αποτυπώνω, εντυπώνω, εκτυπώνω
{
imprint
}
επιστρατεύω βίαια, πιέζω, πρεσάρω,...
{
press
}
χτυπώ με το πόδι, επισφραγίζω, κτυπώ με...
{
stamp
}
οδοντώ, κόβω οδοντωτά, δαντελώνω, γράφω...
{
indent
}
indruk
εvτύπωση η
-
ik heb de indruk dat .....
έχω τηv εvτύπωση ότι .....
-
indruk maken
κάvω εvτύπωση