home
ουσ.
οικία, οίκος, κατοικία, σπίτι
home
(Lex). σπίτι, πατρίδα, οικογενεια
home (motion)
(Lex*) σπίτι (κίνηση)
home
Ουσ. σπίτι, κατοικία, //
οικογενειακή εστία, σπιτικό, νοικοκυριό//
πατρικό//
γενέτειρα, πατρίδα //
ασυλο//
έδρα , γήπεδο μου (για παιχνίδι) //
αρχική σελίδα (στο διαδίκτυο).
πχ:
Sales of new and existing homes rose for three consecutive months through June. Επίθ. ντόπιος , ιθαγενής//
εσωτερικός
Ρημ. Πηγαίνω σπίτι
home
σπίτι (το περιβάλλον), σπίτι, οίκος, άσυλο, εγχώριος, ίδρυμα, καταφύγιο, πατρίδα, σπιτικός
home
σπίτι (το περιβάλλον), σπίτι