hazard
ουσ.
κίνδυνος, κύνδινος
ρήμ.
διακινδυνεύω
hazard
(Lex**) κίνδυνος
hazard
απειλή, κίνδυνος, ρίσκο, διακινδύνευση//
τζόγος, τύχη//
ριψοκινδυνεύω, θέτω σε κίνδυνο, ρισκάρω
Κίνδυνος
Ως κίνδυνος εκλαμβάνεται κατάσταση η οποία που θέτει ένα ποσοστό απειλής για τη
ζωή, την
υγεία, την ιδιοκτησία ή το
περιβάλλον. Οι περισσότεροι κίνδυνοι θεωρούνται ανενεργοί ή πιθανοί, με μόνο θεωρητική απειλή βλάβης, μόλις όμως ένας κίνδυνος καταστεί «ενεργός» μπορεί να δημιουργήσει μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...