hanteren
προΐσταμαι, ελέγχω, διευθύνω,...
{
manage
}
ελέγχω, εξουσιάζω, συγκρατώ, ρυθμίζω,...
{
control
}
απασχολώ, εκμισθώνω, μεταχειρίζομαι,...
{
employ
}
κάνω εγχείρηση, εργάζομαι, χειρίζομαι,...
{
operate
}
hanteren
μεταχειρίζoμαι, μεταχειρίστηκα
37χειρίζομαι, χειρίστηκα
37