hängen
απαγχονίζω, κρέμομαι, κρεμώ, κρέμαμαι
{
hang
}
αναρτώ, αναστέλλω, ανακόπτω, διακόπτω
{
suspend
}
συνάπτω, προσδένω, ατροφώ, κατάσχω,...
{
attach
}
θέτω, βάζω, βάλλω
{
put
}
τοποθετώ, θέτω, γεννώ, καθιστώ
{
lay
}
Hang (der)
κλίση έδαφους, πλαγιά, κλίση, κατωφέρεια
{
slope
}
λοξότητα, λοξότης, κλίση
{
slant
}
hangen
απαγχονίζω, κρέμομαι, κρεμώ, κρέμαμαι
{
hang
}
αναρτώ, αναστέλλω, ανακόπτω, διακόπτω
{
suspend
}
συνάπτω, προσδένω, ατροφώ, κατάσχω,...
{
attach
}
επισυνάπτω, επικολλώ
{
affix
}
hang (de)
καημός, λαχτάρα, ντέρτι, πόθος, επιθυμία
{
longing
}
επιθυμία, ευχή, ευχές
{
wish
}
λαχτάρα, σφοδρά επιθυμία, πόθος
{
craving
}
hangen
κρεμώ/κρεμάω, κρέμασα
38-
opgehangen worden/zijn
κρέμομαι/κρεμιέμαι, κρεμάστηκα
38-
κρέμασα το παλτό μου.
ik hing mijn jas op.
-
ο κακοποιός κρεμάστηκε χθές.
de misdadiger werd gisteren opgehangen.
-
zweven
ζυγιάζω, ζύγιασα
-
stil hangen in de lucht
ζυγιάζομαι, ζυγιάστηκα
-
de arend hing stil boven zijn prooi
ο αετός ζυγιαζόταν πάνω από τη λεία του