händig
handig
βολικός, εύχρηστος, επιτήδειος, ευχερής,...
{
handy
}
χρήσιμος, επωφελής, ωφέλιμος
{
useful
}
κλειστός, μεμονωμένος, στενός,...
{
close
}
έμπειρος, ειδήμων, πεπειραμένος
{
adept
}
άγρυπνος, έξυπνος, πανέτοιμος, σβέλτος,...
{
alert
}
έξυπνος, επιτήδειος
{
clever
}
έξυπνος, ευφυής, ευφευρετικός,...
{
ingenious
}
handig
επιδέξιoς
εύχρηστoς