hand
ρήμ.
εγχειρίζω, θίγω
ουσ.
χειρ, χέρι, γραφή, δείκτης ωρολόγιου, εργάτης
hand
(Lex**) hand
hand (into/out/of)
(Lex*) χέρι (***into/out/of)
hand
Ουσ. χέρι, το άνω άκρο, //
βοήθεια, //
εργάτης, // γραφικός χαρακτήρας//
(υπο)γραφή, γραφή//
μέλος πληρώματος πλοίου//
δείκτης (πχ. ρολογιού)//
η χρήση των χεριών//
πλευρά, κατεύθυνση//
το σύνολο των παιγνιόχαρτων ενός παίχτη, μοιρασιά //
χειροκρότημαΡημ. παραδίδω στο χέρι, εγχειρίζω//
βοηθώ
hand
χέρι, δείκτης, δίνω, παραδίνω
hand
χέρι, δείκτης, δίνω, παραδίνω