Halt (der)
αμπάρι, κράτηση, πιάσιμο, κύτος
{
hold
}
επιδότηση, συμπαράσταση, συντήρηση,...
{
support
}
παύση, σταμάτημα, στάση, στιγμή, τελεία
{
stop
}
άλτ, παύση, σταμάτημα
{
halt
}
halten
βαστάζω, συγκρατώ, κρατώ, κατέχω, πιάνω,...
{
hold
}
διατηρώ, συντηρούμαι, κρατώ, φυλάσσω,...
{
keep
}
διατηρώ, υποστηρίζω, συντηρώ,...
{
maintain
}
θεωρώ, εξετάζω, λαμβάνω υπ' όψιν,...
{
consider
}
θεωρώ, υπολήπτομαι, αφορώ
{
regard
}
αμφιταλαντεύομαι, χωλαίνω, σταματώ
{
halt
}
σταθμεύω, σταματώ, παύω, μένω
{
stop
}
παύω, σταματώ, διστάζω
{
pause
}
halte (de)
παύση, σταμάτημα, στάση, στιγμή, τελεία
{
stop
}
halte (f)
παύση, σταμάτημα, στάση, στιγμή, τελεία
{
stop
}
άλτ, παύση, σταμάτημα
{
halt
}
halte
halte de (v.d. autobus)
στάση η