Hals (der)
λαιμός, αυχήν, τράχηλος, σβέρκος,...
{
neck
}
hals (de)
λαιμός, αυχήν, τράχηλος, σβέρκος,...
{
neck
}
τράχηλος της μήτρας, αυχήν
{
cervix
}
hal (de)
αίθουσα, διάδρομος, προθάλαμος, μεγάλη...
{
hall
}
προθάλαμος, αίθουσα, διάδρομος, αίθουσα...
{
lobby
}
φουαγιέ, αίθουσα αναμονής, προθάλαμος...
{
foyer
}
hals
λαιμός o
-
hals over kop (holderdebolder)
κoυτρoυβαλώ, κoυτρoυβάλησα
hal
χωλ τo