halar
ρυμουλκώ, τραβώ δυνατά
{
tug
}
αποσπώ, μυξοκλαίω, σύρω, έλκω, τραβώ
{
pull
}
halen
φέρω, προκαλώ, φέρνω
{
fetch
}
περιμαζεύω, εισπράττω, κάνω έρανο,...
{
collect
}
αποκτώ, λαμβάνω, κερδίζω, παίρνω,...
{
get
}
αποκτώ, βρίσκω, επικρατώ, προμηθεύομαι,...
{
obtain
}
εκτείνομαι, εκτείνω, φθάνω
{
reach
}
τσακώνω, συλλαμβάνω, αντιλαμβάνομαι,...
{
catch
}
αποσπώ, μυξοκλαίω, σύρω, έλκω, τραβώ
{
pull
}
σέρνω, τραβώ, ρυμουλκώ
{
haul
}
haal (de)
χτύπημα, αποπληξία, οργή, προσβολή,...
{
stroke
}
έφοδος, αγώνας δρόμου, εξόρμηση, στάλα,...
{
dash
}
έλξη, μέσο επιρροής
{
pull
}
αγών, ρυμουλκό, ρυμουλκό πλοίο, τράβηγμα
{
tug
}
πλήγμα, κτύπημα, γροθιά, προσβολή,...
{
blow
}
halen
τώρα, τώρα λοιπόν, όμως, λοιπόν
{
now
}
hale
κορώνα, στέμμα, στεφάνη
{
corona
}
δόξα, μεγαλείο, κλέος
{
glory
}
φωτοστέφανος, φωτεινό νέφος, σύννεφο...
{
nimbus
}
δαχτυλίδι, δακτύλιος, δακτυλίδι,...
{
ring
}
halen
eruit halen
βγάζω, έβγαλα
-
παίρvω, πήρα
-
halen (v.d.trein e.d.)
πρoλαβαίvω, πρόλαβα