hal (de)
αίθουσα, διάδρομος, προθάλαμος, μεγάλη...
{
hall
}
προθάλαμος, αίθουσα, διάδρομος, αίθουσα...
{
lobby
}
φουαγιέ, αίθουσα αναμονής, προθάλαμος...
{
foyer
}
hal
δημόσιο, κατάσταση, πολιτεία, κράτος,...
{
state
}
όρος, προϋπόθεση, κατάσταση, θέση
{
condition
}
άποψις, όψις, άποψη
{
aspect
}
κληρονομούμενη περιουσία, τσιφλίκι,...
{
estate
}
πρόσωπο, όψη, μούτρο, φάτσα
{
face
}
χάλι, κατάσταση, σοβαρή κατάσταση
{
plight
}
επιδιόρθωση, επισκευή
{
repair
}
τάξη, φορμάρισμα, δύση, σερβίτσιο,...
{
set
}
όραση, όψη, θέα, θέαμα
{
sight
}
βάθρο, εξέδρα, παράπηγμα, σταμάτημα,...
{
stand
}
Hal
hal
χωλ τo