hak (de)
πτέρνα, φτέρνα, τακούνι
{
heel
}
σκαπάνη, τσαπί, σκαλιστήρι, αξίνα
{
hoe
}
ελάττωση, κόψιμο, μερίδιο, τομή, χαρακιά
{
cut
}
hakken
κατακόπτω, κομματιάζω, πετσοκόβω, ιππεύω
{
hack
}
κατακόπτω, πελεκώ, διαμελίζω, λιανίζω,...
{
chop
}
κόβω, τέμνω, χαράσσω, κόπτω
{
cut
}
πετσοκόβω, σχίζω, κόπτω
{
slash
}
hak
δίκιο, καλό, δικαίωμα, δεξιά
{
Right
}
αξίωση, απαίτηση, διεκδίκηση, ισχυρισμός
{
claim
}
όφελος, ευεργέτημα, πλεονέκτημα, κέρδος,...
{
benefit
}
τίτλος, προσωνυμία, νόμιμος τίτλος
{
title
}
εγγύηση, ένταλμα, εξουσιοδότηση
{
warrant
}
hak
τακoύvι τo